Επιστροφή

Ομιλία του υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου στη Βουλή στη συζήτηση για τον κρατικό προϋπολογισμό

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θέλω να μιλήσω σήμερα για αφηγήματα. Ξέρω ότι στη συντρόφισσά μου Σία Αναγνωστοπούλου δεν αρέσει η λέξη για λόγους που ακόμα δεν έχουμε βρει καιρό να συζητήσουμε. Για εμένα, όμως, οι άνθρωποι από την αρχή της ιστορίας έλεγαν ιστορίες. Ήταν πολίτες. Ήταν εργαζόμενοι. Ήταν ζωγράφοι. Όλοι αυτοί έλεγαν ιστορίες για το από πού έρχονται, πού είναι και πού θέλουν να πάνε. Και θέλω να πω το δικό μας αφήγημα για το από πού ερχόμαστε,  πού είμαστε και πού θέλουμε να πάμε και να το συγκρίνω με άλλα αφηγήματα.

 Αρχίζω με κάτι που είπε ο Νίκος Καραθανασόπουλος στην εισήγησή του. Είπε ότι είναι ένα από τα παράλογα του καπιταλισμού ότι παρά τις τεχνολογικές εξελίξεις και τη φοβερή αύξηση του πλούτου, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να δώσει στα δικά μας παιδιά καλύτερους μισθούς, καλύτερες συντάξεις, καλύτερα δικαιώματα από ό,τι είχαν οι πατεράδες και οι μαμάδες μας. Έβαλε αυτό το ζήτημα. Κατά την άποψή μου, δεν είναι απλώς ένα σημαντικό ζήτημα αυτό που έβαλε. Είναι το ζήτημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Αυτό είναι το μεγάλο ζήτημα.

Θέλετε να καταλάβετε γιατί το Ολλανδικό Εργατικό Κόμμα είχε τη χειρότερη επίδοση από το ’45; Θέλετε να καταλάβετε γιατί το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα της Σουηδίας είχε τη χειρότερη επίδοση από το 1908; Θέλετε να καταλάβετε γιατί το CDU μαζί με το CSU στη Γερμανία είχαν το χειρότερο αποτέλεσμα από το ’49; Θέλετε να καταλάβετε γιατί το SPD στις πρόσφατες εκλογές είχε το χειρότερο αποτέλεσμα από το ’33; Θέλετε να καταλάβετε γιατί το Γαλλικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα είχε τη χειρότερη απόδοση από τότε που γεννήθηκε; Θέλετε να καταλάβετε γιατί το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα έπεσε στο 6,3%; Διότι δεν υπάρχουν απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Πρέπει εμείς να επινοήσουμε πώς μπορούμε να υποσχεθούμε, όσο άσχημα κι αν είναι τα πράγματα, ότι θα είναι καλύτερα [σσ ενν. τα πράγματα] για τα παιδιά μας, σε σχέση με τις συντάξεις, τα δικαιώματα και τους μισθούς.

Στην Επιτροπή αρχίσαμε μια συζήτηση με τον κ. Σκανδαλίδη για το πώς και γιατί υπήρχε αυτή η μεγάλη ανισότητα, όχι επί των ημερών σας με τα μνημόνια και στα δικά μας τα χρόνια, αλλά το 2008. Θέλω να δώσω μια πρώτη προσέγγιση, γιατί προφανώς, είναι πολύ μεγάλη συζήτηση.

Η υπόσχεση της παγκοσμιοποίησης τι ήτανε, που την πιστέψανε και κεντροαριστεροί και κεντροδεξιοί; «Να μην φοβάστε οι πολλοί. Μπορεί να φοβάστε αν δουλεύετε σε χαλυβουργία στη Βρετανία ή στην κλωστοϋφαντουργία στην Ελλάδα, αλλά οι μεσαίες τάξεις έχουν τίποτα να φοβηθούν». Κι αυτό ήταν που δεν αποδείχθηκε. Από την παγκοσμιοποίηση χάσανε, όχι μόνο η εργατική τάξη, όχι μόνο αυτοί που ήταν στο περιθώριο πάντα και είναι, αλλά και οι μεσαίες τάξεις. Οι μεσαίες τάξεις χτυπιούνται παντού και σε όλες τις χώρες, είτε είναι στην Αμερική είτε είναι στην Ευρώπη.

Υπάρχουν από την Αριστερά δύο απαντήσεις σε αυτό, είτε μια μερική υποχώρηση στο έθνος-κράτος, που την υποστηρίζουν πολλοί σοβαροί επιστήμονες, όπως ο Ντάνι Ρόντρικ από το Harvard που έχει γράψει γι’ αυτό, ότι χρειάζεται μια μερική υπαναχώρηση, ή μια πολιτική εμβάθυνση της παγκοσμιοποίησης με δημοκρατία και με δημοκρατικό έλεγχο. Ένα από τα δύο. Και επειδή στην Ευρώπη σοσιαλδημοκράτες από τον Κόστα και τον Σάντσες έως και τον Μοσκοβισί μας πλησιάζουνε, γιατί μας πλησιάζουνε; Μας πλησιάζουνε, γιατί έχουν την ίδια ανησυχία. Έχουν καταλάβει ότι το αφήγημα κάποιου Μπλερ, κάποιου Σημίτη ή κάποιου Κλίντον δεν δουλεύει και δεν μπορεί να μας πάει μπροστά.

Βέβαια στην Ελλάδα δεν είναι όλοι. Μερικοί είμαι σίγουρος ότι το συμμερίζονται. Μερικοί μας είπαν ότι μας πλησιάζει ο Μοσκοβισί ή μας πλησιάζουν ο Σάντσες και ο Κόστα, γιατί αυτοί είναι δεξιοί σοσιαλδημοκράτες, ενώ οι ίδιοι είναι αριστεροί σοσιαλδημοκράτες.

Να σας πω κάτι; Από το να πιστέψω ότι ο κ. Βενιζέλος και ο κ. Λοβέρδος είναι αριστεροί σοσιαλδημοκράτες, είμαι πιο έτοιμος να πιστέψω ότι ο κ. Βορίδης και ο κ. Γεωργιάδης εμπνέονται βασικά από το Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και από τον Μαχάτμα Γκάντι.


Επαναφέρω τη συζήτηση σε αυτά που είπε ο κ. Καραθανασόπουλος. Μας είπε ο κ. Καραθανασόπουλος το δικό του αφήγημα. Είπε ότι χρειαζόμαστε κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και λαϊκή εξουσία. Προφανώς απλοποιώ. Και είπε ότι αυτό δεν είναι δύσκολο πράγμα, είναι ρεαλιστικό γιατί είναι υπέρ των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων και ότι το μόνο που χρειάζεται, αν δεν παραποιώ, είναι η λαϊκή απόφαση να βάλει την αστική τάξη στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Μακάρι να ήταν τόσο εύκολα τα πράγματα, γιατί δυστυχώς αυτό που μάθαμε εμείς είναι ότι δεν φτάνει μόνο η σωστή γραμμή. Δεν φτάνει να ξέρεις μόνο τι θέλεις να κάνεις. Πρέπει να ξέρεις πώς να κάνεις το Δημόσιο πιο δημοκρατικό και να λογοδοτεί. Πρέπει να ξέρεις και να μάθεις πώς να αναδιαρθρώσεις τις δημόσιες επιχειρήσεις, για να είναι και αποτελεσματικές, αλλά και κοινωνικές. Πρέπει να μάθεις πώς να έχεις τη χρηματοδότηση και τη στήριξη του κόσμου για τον δημόσιο τομέα. Αυτό δεν γίνεται μόνο με την βούληση.

Και σας λέω, να έχετε διαφορετικό αφήγημα από μας, αλλά αυτά τα προβλήματα και άλλα πολλά που θα μπορούσα να ονομάσω, θα τα βρείτε μπροστά σας με οποιαδήποτε στρατηγική. Αυτό που κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ είναι να μαθαίνει και από αυτά που έχει κάνει σωστά και από αυτά που έχει κάνει λάθος.

Ποιο είναι το αφήγημα της Νέας Δημοκρατίας; Ότι καταστρέψαμε τις μεσαίες τάξεις, ότι φτωχοποιήσαμε την κοινωνία και όλα αυτά, ενώ ήταν στρωμένος ο δρόμος το 2014.

Αρχίζω με στοιχεία για τα μεσαία στρώματα. Παίρνω για παράδειγμα μια οικογένεια με δύο παιδιά που βρίσκεται στη μέση, έχει 50% πιο πλούσιες οικογένειες από αυτή και 50% λιγότερο πλούσιες. Τι εισόδημα είχαν το 2009; Είχαν 23.926 ευρώ. Τι είχαν το 2014; Είχαν 15.040 ευρώ. Είχαμε μείωση 37% και μείωση κατά 8.886 ευρώ. Αν αυτή δεν είναι αρκετά μεσαία τάξη, παίρνω μια ίδια οικογένεια με δύο παιδιά που έχει 25% πιο πλούσιες οικογένειες και 75% φτωχότερες οικογένειες. Τι εισόδημα είχε το 2009; Είχε εισόδημα 34.000. Τι είχε το 2014; Είχε 21.720 ευρώ. Είχαμε μείωση 36% και 12.280 ευρώ. Τι κάναμε εμείς από 2014 μέχρι 2016; Στην πρώτη περίπτωση αυξήθηκε 160 ευρώ και στην άλλη 146 ευρώ. Είναι πολύ μικρή αύξηση, αλλά αυτοί είχαν μείωση 37% και 36% αντίστοιχα.

Μπορείτε να μου πείτε ποιος κατέστρεψε τη μεσαία τάξη, όταν μιλάμε για 37% και 36% και μας λέτε ότι εμείς καταστρέψαμε τη μεσαία τάξη; Όταν εμείς τη σταθεροποιήσαμε και την αυξήσαμε πολύ λίγο;

Πάμε τώρα στη φτωχοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Το 21% από τα νοικοκυριά με τρία ή περισσότερα παιδιά το 2011 είχαν κίνδυνο φτώχειας. Το 2014 το είχατε πάει στο 30%. Εμείς το φτάσαμε στο 24%. Η παιδική φτώχεια τα δύο αυτά χρόνια μειώθηκε κατά 2,1%. Η υλική αποστέρηση το 2010 βρισκόταν στο 28,4%, το 2014 έφτασε στο 39,9% και εμείς το έχουμε μειώσει 3,5% και έχουμε μειώσει και τον δείκτη Gini, που είναι για τις ανισότητες.

Πάμε τώρα στο μέλλον (όχι τι κάναμε στο παρελθόν), και στον Προϋπολογισμό. Έχω τα στοιχεία, χωρίς να παίρνουμε υπόψη ότι θα έχουμε ανάπτυξη το 2019 και το 2020, ποιό είναι το αποτέλεσμα της μη μείωσης των συντάξεων και το πρόγραμμα των 910 εκατομμυρίων που συζητάμε στον Προϋπολογισμό. Για το πιο φτωχό 10% του πληθυσμού, η αύξηση θα είναι 7,6% στο εισόδημα, στο διαθέσιμο εισόδημα, δηλαδή εισόδημα μετά από φόρους. Για το επόμενο 10%, θα έχουμε αύξηση 3,3%. Για επόμενο 10%, θα έχουμε αύξηση 2,2% και πάει λέγοντας.

Πού είναι ο περιοριστικός προϋπολογισμός για τα λαϊκά στρώματα, που μας είπατε; Αύξηση του εισοδήματος έχουν τα λαϊκά στρώματα. Θα μπορούσαμε περισσότερο; Ίσως θα μπορούσαμε, αλλά αύξηση υπάρχει και δεν είναι και προεκλογικός ο προϋπολογισμός. Είναι αυτά τα 910 εκατομμύρια που έχουμε, που μπορούμε να τα ξοδέψουμε.

Παρακάλεσα τον κ. Σταϊκούρα και άλλους, τον κ. Δένδια, να μου πούνε αν τα 910 εκατομμύρια είναι λίγα ή είναι πολλά ή αν είναι ακριβώς το ίδιο. Δεν πήρα απάντηση. Όπως δεν πήρε απάντηση και ο κ. Χουλιαράκης από τον κ. Μητσοτάκη. Τι είπε ο κ. Μητσοτάκης στην  ερώτηση που του έκανε; Ότι: «Κι εσείς τα ίδια κάνατε». Αυτό του είπε. Δεν του είπε αν είναι 9 δισεκατομμύρια στα τέσσερα χρόνια, αν είναι 5 δισεκατομμύρια και από πού θα έρθουνε. Εγώ απάντηση σε αυτό δεν πήρα.

Θέλω να επιστρέψω στην ομιλία του κ. Σκανδαλίδη που μας είπε ότι είναι αντιαναπτυξιακός ο προϋπολογισμός, ότι δεν έχει καμία αναπτυξιακή πνοή και το είπανε και άλλοι και από τη Νέα Δημοκρατία. Θα δείτε γιατί λέω για τον κ. Σκανδαλίδη, γιατί θέλω να δούμε αν μπορούμε να συζητήσουμε.

Το πρώτο πράγμα που πρέπει να πούμε, που μας λέτε για το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, είναι ότι έχουμε πολλά εργαλεία. Βεβαίως, είναι βασικό εργαλείο το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Όμως, όπως ανέπτυξε χθες στην ομιλία του ο Χριστόφορος ο Παπαδόπουλος, έχουμε και πολλά άλλα εργαλεία, όπως την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, τα ΕΣΠΑ κ.λπ.. Έχουμε και τις τράπεζες, που άκουσα να τις χτυπάτε πάλι από παντού, οι τράπεζες που ανακεφαλαιοποιήθηκαν, που φτάνουν τους στόχους τους, που επιστρέφουν οι καταθέσεις, που πηγαίνουν μπροστά, οι οποίες στην επέκταση της σύμβασης για το αεροδρόμιο δανείσανε 660 εκατομμύρια.

Όταν υπάρχουν καλές ιδέες -γιατί δεν φταίει στην Ελλάδα, να το συμφωνήσουμε αυτό, μόνο ότι δεν υπάρχει χρηματοδότηση- και καλά projects, θα μπορούν να επενδύσουν. Γι’ αυτό έχουμε δουλέψει  πάρα πολύ σκληρά και με το αναπτυξιακό μας σχέδιο και με την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων, για να μπορούμε να το αλλάξουμε αυτό.

Όμως, ανάπτυξη είναι και το κτηματολόγιο και οι δασικοί χάρτες και ο αιγιαλός και το πλαίσιο επενδυτικών εργαλείων που έχει αλλάξει τελείως τα τελευταία δύο χρόνια. Γιατί δεν τα κάνατε αυτά τα τελευταία σαράντα-πενήντα, να μην πω ογδόντα χρόνια, για να μπορεί κάποιος ξένος επενδυτής να ξέρει που είναι ο αιγιαλός, να ξέρει που είναι το δάσος, να ξέρει που δεν μπορεί να βάλει μια χημική επιχείρηση;

Μας λέει η Νέα Δημοκρατία ξανά και ξανά ότι έχουμε αλλεργία στις επενδύσεις. Εγώ, επειδή είμαι καλός άνθρωπος, θα δεχθώ ότι δεν έχετε αλλεργία στις επενδύσεις, αλλά έχετε μια μικρή έφεση και έναν μικρό εθισμό σ’ αυτές τις επενδύσεις που μπορείτε να μεσολαβήσετε μέσα από το πελατειακό σύστημα. Αυτό λέμε ότι το έχετε.

Όμως, ποιο είναι το κυρίαρχο ζήτημα; Με ανησύχησε πάρα πολύ ο κ. Μητσοτάκης και πάρα πολύ -συγγνώμη που το λέω- ο κ. Θεοδωράκης. Έχουμε μάθει τίποτα από το ερώτημα που έβαλε ο Καραθανασόπουλος; Θα λέμε ανάπτυξη, ανάπτυξη, ανάπτυξη; Θα βρούμε μια ισορροπία ανάμεσα στις στοχευμένες κοινωνικές πολιτικές και την ανάπτυξη ή θα ξαναπούμε από την αρχή ότι θα αυξηθεί η πίτα πρώτα και μετά θα έρθει η ανάπτυξη;

Σας τα είπε πάρα πολύ καλά ο Θοδωρής ο Δρίτσας χθες. Για εμάς ανάπτυξη χωρίς σχολικά γεύματα, χωρίς πρωτοβάθμια περίθαλψη, χωρίς εργασιακά δικαιώματα, χωρίς επιδόματα στέγασης, χωρίς την κοινωνία μαζί δεν υπάρχει. Αυτό φάνηκε πριν από το 2008. Αυτοί που πίστευαν ότι πρώτα θα έρθει η ανάπτυξη και μετά θα βοηθηθεί η κοινωνία διαψεύστηκαν, είτε ήταν κεντροδεξιοί είτε ήταν κεντροαριστεροί.

Πάω τώρα σ’ ένα ερώτημα που έθεσε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, όχι για εσάς, κύριε Βορίδη, αυτήν τη φορά.

ΠΡΟΕΔΡΟΣ (Νικόλαος Βούτσης): Θα ζητήσει επί προσωπικού τον λόγο ο κ. Βορίδης, γιατί ήταν με τον Γκάντι και τώρα τον πήγε στον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ (Υπουργός Οικονομικών): Δεν νομίζω. Αν μη τι άλλο, ο κ. Βορίδης έχει χιούμορ, που δεν χαρακτηρίζει τη δεξιά πτέρυγα. Πρέπει να του το πω αυτό. Τώρα θα ζητήσουν όλοι οι άλλοι τον λόγο επί προσωπικού!

Τι είπε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ; Είπε ότι το θέμα είναι όχι τι έχεις κερδίσει, αλλά τι μπορείς να διατηρήσεις. Και αφού πέθανε ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ το 1968, ξέρετε πόσο σημαντικό ήταν και πόσο έκαιγε την Αμερική αυτό το ζήτημα. Μπορούμε λοιπόν  να το διατηρήσουμε;

Εμείς βγήκαμε από το πρόγραμμα. Εσείς δεν βγήκατε από το πρόγραμμα. Μας είπε ο Αρχηγός σας, ο κ. Μητσοτάκης, που δεν είναι εδώ, για το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Θα επιστρέψω στο επιχείρημά του. Εδώ έχω για τα Πρακτικά τι λέει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο: «Μετά από τον Ιούνιο του 2014, το ελληνικό πρόγραμμα βγήκε εντελώς εκτός πορείας, irretrievably off tack». Το ίδιο το ΔΝΤ τα λέει.

Ο Ντάισελμπλουμ σε μια συνέντευξη στον Παύλο Τσίμα λέει: «Καμία μεταρρύθμιση δεν έκανε η κυβέρνηση στο δεύτερο μισό του 2014. Αν το είχε κάνει, θα είχε βγει».

Κι εμείς ήρθαμε στην εξουσία χωρίς κάλυψη, μ’ ένα μήνα για να φτιάξουμε τα πράγματα. Κι εμείς σας αφήνουμε, αν έρθετε εσείς -που δεν πρόκειται να γίνει, δεν έχουμε τέτοιο σκοπό- και με μαξιλάρι και με ρύθμιση του χρέους.

Εσείς λέγατε ότι το χρέος ήταν βιώσιμο. Είπε ο κ. Μητσοτάκης ότι το ΔΝΤ έλεγε ότι το χρέος ήταν βιώσιμο. Το έλεγε το ΔΝΤ. Γιατί; Γιατί, όπως είπε ο κ. Σταϊκούρας, σε μια πρόταση αμίμητη: «Είχαμε συμφωνήσει ρυθμούς ανάπτυξης».

Κατ’ αρχάς, να σας πω, κύριε Σταϊκούρα, ότι οι ρυθμοί ανάπτυξης δεν συμφωνούνται. Δεν είναι ένα κιλό λάδι που κάνει πέντε ευρώ. Δουλεύεις για να κάνεις ρυθμούς ανάπτυξης. Δεν συμφωνείς ρυθμούς ανάπτυξης.

Το δεύτερο, αυτό που συμφωνήσατε ήταν ακριβώς αυτό που χρειαζόταν για να μη χρειάζεται να πάρετε τίποτα για το χρέος. Αυτό συμφωνήσατε. Είχατε τους ρυθμούς ανάπτυξης από τη μια μεριά, τα πρωτογενή πλεονάσματα  μεγαλύτερα από αυτά που διαπραγματεύθηκαν μ’ εμάς και δεν χρειαζόταν τίποτα για το χρέος. Και δεν σας πίστευε κανένας. Και μας λέτε για το 4,2;

Σας απάντησε ο κ. Χουλιαράκης και, άρα, δεν θα ξοδέψω άλλο χρόνο γι’ αυτό.

Μια κουβέντα θέλω να πω για τα 80, 100, 200 δισεκατομμύρια, που κόστισε ο ΣΥΡΙΖΑ. Με ρώτησε ο κ. Γεωργιάδης γιατί δεν τα λέω αυτά στον Ρέγκλιν. Η τάση μου είναι αν κάποιος έρθει και μου πει ότι είναι ο Μοντγκόμερι του Ελ Αλαμέιν, να μη συζητήσω τη στρατηγική του Ελ Αλαμέιν. Η τάση μου είναι να τον φέρω, γιατί είμαι και καλός άνθρωπος, να πιούμε έναν καφέ, να καλέσω και τον Χρήστο Μαντά που είναι ειδικός, να συζητήσουμε γιατί θεωρεί ότι είναι ο Μοντγκόμερυ του Ελ Αλαμέιν. Αυτή είναι η τάση μου.

Όμως, ο κ. Πέτσας μας έδωσε την εξήγηση γιατί ήταν 100 δισεκατομμύρια. Έχω εδώ το άρθρο του, στο οποίο λέει για τα 100 δισεκατομμύρια. Σας το καταθέτω στα Πρακτικά.

Λέει πού θα ήταν το χρέος το 2022, σύμφωνα με τις προβλέψεις του 2014, και πού θα ήταν το χρέος το 2022 με τις προβλέψεις του 2015 και κάνει αυτήν τη διαφορά και βγάζει 100 δισεκατομμύρια. Δηλαδή, η διαφορά ανάμεσα στις δύο προβλέψεις είναι 100 δισεκατομμύρια.

Το πρώτο είναι ότι εγώ μπορούσα να κάνω αυτήν την άσκηση αρχίζοντας με οποιονδήποτε χρόνο, με το 2018, με το 2019 και θα έβαζα παρόμοιους αριθμούς. Δεν θέλω να το κάνω αυτό. Θέλω να σας πω το βασικό επιχείρημα. Το βασικό επιχείρημα είναι ότι όταν λέμε εμείς ότι μειώσατε το εισόδημα κατά 25%, από τα 249 δισεκατομμύρια στα 185 δισεκατομμύρια, αυτά τα 64 δισεκατομμύρια είναι πραγματικοί αριθμοί. Τα 64 δισεκατομμύρια δεν μπορεί να τα αμφισβητήσει κανένας. Είναι αριθμοί, τι ήταν το 2009, τι ήταν το 2014 και η διαφορά.

Το δικό σας είναι ένα αυθαίρετο σχήμα υπολογισμού προβλέψεων από τη μια μεριά, προβλέψεων από την άλλη. Το ένα στέκει στην οικονομική θεωρία, το άλλο δεν στέκει και γι’ αυτό δεν έχω απαντήσει ούτε στον Ρέγκλιν ούτε στον Στουρνάρα ούτε σε κανέναν άλλο που έχει  αυτές τις απόψεις, γιατί δεν είναι σοβαρό να συγκρίνουμε προβλέψεις.

Δεν είπατε τίποτα για το χρέος. Ούτε και εγώ θα πω πολλά για το χρέος, γιατί τα έχουμε πει και για τις επιμηκύνσεις που πήραμε και για το μαξιλάρι που πήραμε.

Θέλω να πω κάτι διαφορετικό που δεν το έχετε πάρει χαμπάρι. Τον τελευταίο έναν χρόνο έχει γίνει κάτι πολύ σημαντικό. Ένα μεγάλο κομμάτι του χρέους μας έχει πάει από κυμαινόμενα επιτόκια σε σταθερά επιτόκια. Είναι πολύ μεγάλο αυτό το κομμάτι. Αυτό σημαίνει, αφού όλοι οι οικονομολόγοι προβλέπουν αύξηση των επιτοκίων, ότι για κάθε 1% αύξηση του επιτοκίου κερδίζει η χώρα μας για κοινωνικές δαπάνες, για ό,τι θέλουμε, 500 εκατομμύρια. Δηλαδή, με 2% θα είναι 1 δισεκατομμύριο.

Θυμάστε πέρυσι ότι είχα ευχαριστήσει τον Στέλιο Παπαδόπουλο ως επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ για τη δουλειά που είχε κάνει.

Θέλω να ευχαριστήσω τον Δημήτρη Τσάκωνα, που είναι δημόσιος υπάλληλος και φέτος πήρε από το «Risk.net» το βραβείο του καλύτερου διαχειριστή δημόσιου χρέους. Αυτός ο άνθρωπος μας έχει δώσει 500 εκατομμύρια για κάθε 1%.

Και ξέρετε κάτι άλλο; Ο κ. Παπαδόπουλος ήταν επιλογή του κυρίου Σαμαρά. Ο κ. Τσάκωνας είναι δημόσιος υπάλληλος. Εμείς δεν επιλέγουμε κομματικά, δημόσιο υπάλληλο επιλέξαμε. Αυτό που λέτε δεν στέκει καθόλου. Εμπιστευόμαστε ανθρώπους που μπορούν να μας βοηθήσουν. Για τις καρέκλες, που λέτε, θα έχετε την ευκαιρία τον Φλεβάρη, τον Μάρτη, όταν θα ψηφίσετε μαζί μας να υπάρχουν περιορισμοί για το πόσες φορές μπορούν οι Βουλευτές να γίνουν Βουλευτές, να δείξετε και εσείς ότι δεν είστε με τις καρέκλες.

Σας το είπε και ο Χουλιαράκης. Στο τέλος, όλο αυτό για το χρέος είναι το εξής: Εμείς δώσαμε σε οποιαδήποτε επόμενη κυβέρνηση, που εμείς πιστεύουμε ότι θα είμαστε εμείς, δέκα με δεκαπέντε χρόνια καθαρό διάδρομο να σοβαρευτεί η χώρα και να κάνει σοβαρά πράγματα εκτός μνημονίου. Δέκα με δεκαπέντε χρόνια. Για δύο χρόνια το χρέος είναι τελείως καλυμμένο, όλες οι χρηματοδοτήσεις. Και μας λέτε ότι σας αφήσαμε καμένη γη; Τέτοια αχαριστία έχουμε να δούμε από τότε που ο King Lear αποκλήρωσε την κόρη του Cordelia, που τον αγαπούσε, και  κράτησε την Goneril και τη Regan που ήταν μπαγαπόντισες. Αυτή είναι πραγματική αχαριστία!

Συνάδελφοι και συναδέλφισσες, φτάνοντας στο τέλος θέλω να σας πω πώς τελειώνει το αφήγημα. Δεν είναι αρνητικό αφήγημα το να σταματήσουμε τους άλλους. Δεν θα ήθελα να το αφήσουμε σε φιλελεύθερους, που δεν μπορούν να ψηφίσουν ούτε για την ιθαγένεια, για τα παιδάκια που γεννήθηκαν και έζησαν εδώ και αρνηθήκατε να ψηφίσετε, για να μπορούν να είναι ελληνόπουλα.

Ούτε θα ήθελα να αφήσετε τη χώρα σε αυτούς που λένε ότι είναι φιλελεύθεροι και μαζί με το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα μιλούν παντού για τη λιτότητα και με έχουν πρήξει σε κάθε Eurogroup για το πόσο σημαντική είναι, ενώ αυτοί είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν καταφέρει να φτάσουν ούτε έναν δημοσιονομικό στόχο τα τελευταία πενήντα χρόνια.

Ούτε θέλω να αφήσετε τη χώρα σε αυτούς που λένε ότι είναι με την παγκοσμιοποίηση, τις ελεύθερες αγορές, τη συναλλαγή εμπόρων και όταν φτάνει το θέμα της Μακεδονίας, γίνονται εθνικιστές και ξέρουν ότι δεν μπορούν να προχωρήσουν χωρίς τον εθνικισμό.

Άνθρωποι που πίστεψαν στις αγορές δεν τους βγήκε, γιατί υπήρχε η ανισότητα, και τώρα μας λένε «δεν φταίει το νεοφιλελεύθερο μοντέλο, φταίνε οι ξένοι, φταίνε οι μαύροι, φταίνε οι μετανάστες».

Θέλω να πω κάτι τελευταίο, αν μου επιτρέπει ο κύριος Πρόεδρος. Ξέρετε πολλοί και πολλές ότι ήμουν είκοσι οκτώ χρόνια στη Βρετανία. Την αγάπησα αυτήν τη χώρα. Όμως, βλέπω μία χώρα να καταστρέφεται από τον εθνικισμό με το Brexit. Βλέπω μία χώρα στην οποία το επίπεδο της συζήτησης έχει κατέβει και δεν το περίμενα ποτέ. Βλέπω μία χώρα όπου υπάρχει μίσος. Βλέπω μία χώρα που δεν έχει καμία σχέση με το πώς ήταν, επειδή κάποιοι εθνικιστές είπαν ότι «εμείς είμαστε καλύτεροι από τους άλλους και πρέπει να φύγουμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση».

Μην το αφήσουμε ποτέ αυτό να γίνει στην Ελλάδα. Όταν αρχίσει ο εθνικισμός, στην καλύτερη περίπτωση είναι καταστροφή. Στην καλύτερη περίπτωση!

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα μου επιτρέψετε να τελειώσω με μία προσωπική νότα. Το είπε και ο κ. Μητσοτάκης, ότι είμαστε η μακροβιότερη μνημονιακή Κυβέρνηση και, άρα, είμαι κι εγώ ο μακροβιότερος Υπουργός Οικονομικών. Δυσκολεύτηκα, τσαλακώθηκα, αλλά δεν με ενοχλεί το γεγονός ότι είμαι ο μακροβιότερος Υπουργός Οικονομικών των μνημονίων. Θα με ενοχλούσε, αν μαζί με τον Χουλιαράκη, μαζί με τον Αλεξιάδη και την Παπανάτσιου, μαζί με όλη τη διαπραγματευτική ομάδα, την Αχτσιόγλου, τον Χαρίτση, τον Λιάκο και μερικούς ανθρώπους που δεν ξέρετε σαν τον Δημήτρη Παπαγιαννάκο, που πρέπει να πούμε ότι είναι ο ήρωας αυτής της διαπραγμάτευσης, δεν είχαμε πάντα στο μπροστινό μέρος του μυαλού μας τα συμφέροντα των λαϊκών στρωμάτων. Αν δεν παλεύαμε πάντα γι αυτό.

Θα με ενοχλούσε αν από τους πρώτους μήνες αποφασίζαμε ότι η πολιτική δεν μπορεί να δώσει λύση και ψάχναμε έναν τεχνοκράτη για να αποδείξουμε ότι η πολιτική και οι πολιτικοί δεν μπορούν να τα καταφέρουν. Αυτό θα με ενοχλούσε πραγματικά.

Θα με ενοχλούσε αν μετά από δύο χρόνια ζητούσα από τον Αλέξη να μου δώσει μια δουλειά «σιγουράντζα», όπως -τυχαίο το παράδειγμα-  Διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας. Θα με ενοχλούσε αυτό.

Θα με ενοχλούσε αν δεν είχαμε βγάλει όλοι -και εμείς και οι Βουλευτές των ΑΝΕΛ-, όλοι μαζί, τη χώρα από το μνημόνιο. Όμως, τη βγάλαμε τη χώρα από το μνημόνιο και σε μας είναι να κάνουμε κάτι.

Είναι δύσκολο να εξηγήσει κανείς τις δυσκολίες που είχαμε, το πόσο δύσκολο είναι να είσαι σε μία διαπραγμάτευση και να ξέρεις ότι δεν παίζεται το δικό σου μέλλον, αλλά το μέλλον μιας ολόκληρης κοινωνίας.

Είναι δύσκολο να σας πούμε πόσο δύσκολο ήταν όταν κάναμε συμβιβασμούς, όπως το καλοκαίρι του 2017 με τις συντάξεις.

Είναι δύσκολο να σας πω πόση δουλειά χρειάστηκε για να μπορούμε να το αναστρέψουμε αυτό.

Όλα αυτά είναι δύσκολα. Όμως, ξέρετε κάτι; Ο λαός δεν θα μας παινέψει γι’ αυτό. Ο λαός ξεχνάει και κοιτάει μπροστά. Και γι’ αυτό είναι σημαντικό το αφήγημα πώς μπορούμε να πάμε από δω και πέρα. Διότι με όλα αυτά που έχει περάσει ο ελληνικός λαός έχει δίκαιο να μην τον ενδιαφέρουν οι προσπάθειες του παρελθόντος, αλλά η προοπτική για το μέλλον.

Σας εξήγησα το δικό μας αφήγημα. Τώρα είναι υποχρέωση όλων μας, που πιστεύουμε ότι μπορούμε σταδιακά, με πισωγυρίσματα, με λάθη, αλλά με στοχοπροσήλωση, να απαντήσουμε στο βασικό ερώτημα που θέτει η ιστορία. Όχι αύριο, όχι κάποτε στο μέλλον, όταν θα έχουν βελτιωθεί οι συνθήκες και οι συσχετισμοί, όχι όποτε είναι καλύτερα τα πράγματα, αλλά τώρα, πριν και μετά τις εκλογές.