Επιστροφή

Άρθρο του Γενικού Γραμματέα Οικονομικής Πολιτικής κ. Χρήστου Τριαντόπουλου στην εφημερίδα "Νέα Σελίδα"

Τραπεζικό σύστημα και η αποκατάσταση της διαμεσολαβητικής κανονικότητας

 

 

Μετά από μία επώδυνη περίοδο δέκα και πλέον ετών, η τροχοδρόμηση της ελληνικής οικονομίας σε μία πορεία βιώσιμης ανάπτυξης προϋποθέτει την εύρυθμη λειτουργία του εγχώριου τραπεζικού συστήματος και την επιστροφή του σε μία διαμεσολαβητική κανονικότητα, μιας και η οικονομία της χώρας μας εδράζεται σε ένα τραπεζοκεντρικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Το εγχώριο τραπεζικό σύστημα, το οποίο και ήταν στενά συνδεδεμένο με το παρωχημένο παραγωγικό υπόδειγμα της χώρας, βρέθηκε σε δύσκολη θέση τα προηγούμενα χρόνια, εξαιτίας της παγκόσμιας κρίσης, των εγχώριων οικονομικών και δημοσιονομικών ανισορροπιών και των παθογενειών στη λειτουργία αυτού. Ωστόσο, με τη σημαντική αρωγή της πολιτείας μέσω πακέτων για τη στήριξη της ρευστότητας, ανακεφαλαιοποιήσεων, αναδιαρθρώσεων, αλλαγών στο κανονιστικό και εποπτικό πλαίσιο, βελτιώσεων στο περιβάλλον εταιρικής διακυβέρνησης και λοιπών θεσμικών παρεμβάσεων, το τραπεζικό σύστημα άντεξε τις πιέσεις.

 

Είναι γεγονός, βέβαια, ότι κατά το δεύτερο μισό αυτής της κρίσιμης περιόδου, η θέση του τραπεζικού συστήματος επιδεινώθηκε αισθητά, καθώς πολιτικές επιλογές υπονόμευσαν την προσπάθεια που είχε προηγηθεί και κλόνισαν καθοριστικά την εμπιστοσύνη καταθετών και επενδυτών προς το τραπεζικό σύστημα. Το αποτέλεσμα ήταν το τραπεζικό σύστημα, μεταξύ άλλων, να εισέλθει σε καθεστώς περιορισμών και ελέγχων στην κίνηση κεφαλαίων, να έχει ανάγκη νέας -αχρείαστης υπό τις προηγούμενες συνθήκες- ανακεφαλαιοποίησης, να αποκτήσει άλλη ιδιοκτησιακή δομή και να μεγαλώσει περαιτέρω το βάρος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

 

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, το οποίο φέρει και τις συνέπειες καθυστερήσεων και αστοχιών της προηγούμενης περιόδου, η βασική επιδίωξη είναι τα τραπεζικά ιδρύματα της χώρας μας να επιστρέψουν στη διαμεσολαβητική κανονικότητα και να αποτελέσουν ξανά μοχλό ανάπτυξης της πραγματικής οικονομίας. Η επίλυση, συνεπώς, του προβλήματος των «κόκκινων δανείων» έχει μεγάλη σημασία για την ελληνική οικονομία.

 

Έτσι, η κυβέρνηση, μετά και την έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, προχωρά, άμεσα, στην υλοποίηση του σχεδίου της για την αντιμετώπιση του προβλήματος των «κόκκινων δανείων» μέσω ενός μοντέλου εγγύησης του δημοσίου σε τιτλοποιημένα περιουσιακά στοιχεία. Συγκεκριμένα, το εν λόγω σχέδιο αποτελεί μία συστημική λύση για τα «κόκκινα δάνεια» που αξιοποιεί τις ευνοϊκές συνθήκες φθηνού δανεισμού και εδράζεται στην αγορά, μιας και αντλεί κεφάλαια από τους επενδυτές και δεν επιβαρύνει τον Έλληνα φορολογούμενο. Με το συγκεκριμένο σχέδιο μπορεί να επιτευχθεί μείωση μη εξυπηρετούμενων δανείων συνολικού ύψους 30 δισ. ευρώ, συμβάλλοντας σημαντικά στην ευρύτερη προσπάθεια για την αποκατάσταση του ενεργού ρόλου των τραπεζών στη χρηματοδότηση της οικονομίας και στη στήριξη της ανάπτυξης.

 

Προς την ίδια κατεύθυνση, συμβάλλει καθοριστικά και η βελτίωση των προοπτικών της ελληνικής οικονομίας μετά την αλλαγή της κυβέρνησης. Πρόκειται για θετικές προοπτικές που συνεισφέρουν στη μείωση του κόστους δανεισμού, στη σταδιακή αποκατάσταση της πρόσβασης των τραπεζών στις αγορές κεφαλαίου, στην επιστροφή των καταθέσεων στο τραπεζικό σύστημα και στη σταδιακή βελτίωση της πιστοληπτικής ικανότητας εταιρειών και νοικοκυριών.

 

Ο στρατηγικός, φυσικά, στόχος δεν είναι άλλος, παρά ο περιορισμός του δείκτη μη εξυπηρετούμενων δανείων σε μονοψήφια επίπεδα. Σε αυτό, λοιπόν, το πλαίσιο και σε δεύτερο στάδιο δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να εξεταστούν και να αξιολογηθούν και άλλες προτάσεις που μπορούν να μειώσουν, ακόμη περισσότερο και ταχύτερα, κατά συστημικό τρόπο, τον όγκο των «κόκκινων δανείων».

 

Παράλληλα, η κυβέρνηση δίνει ιδιαίτερη έμφαση και στο σκέλος της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους υπό το πρίσμα των δανειοληπτών και της σχέσης αυτών με το τραπεζικό σύστημα. Από τη μία πλευρά, προωθεί και βελτιώνει τα εργαλεία και τις διαδικασίες ρύθμισης των οφειλών των δανειοληπτών, συνεχίζοντας απρόσκοπτα και αδιάλειπτα την προσπάθεια για την ανακούφιση των πραγματικά ευάλωτων νοικοκυριών. Από την άλλη πλευρά, εστιάζει στην ανάγκη επιβράβευσης των δανειοληπτών που τα προηγούμενα χρόνια κατάφεραν -με κόπο- να παραμείνουν συνεπείς στις υποχρεώσεις τους, με αποτέλεσμα να δρομολογηθούν και να υλοποιηθούν συγκεκριμένες διευκολύνσεις από τις τράπεζες για τους συνεπείς δανειολήπτες, ενώ η προσπάθεια συνεχίζεται.

 

Πρόκειται, συνεπώς, για ένα πλέγμα σχεδίων, δράσεων και παρεμβάσεων -παράλληλα με την αξιοποίηση ευρωπαϊκών εργαλείων- που προωθείται και ενδυναμώνεται, με στόχο την αποκατάσταση της διαμεσολαβητικής κανονικότητας στο εγχώριο τραπεζικό σύστημα, ώστε να ανταποκριθεί στο δομικό του ρόλο και να στηριχθεί η πορεία της οικονομίας προς μία τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης που θα διαμορφώσει συνθήκες ευημερίας για όλους.