Επιστροφή

Ομιλία του υπουργού Οικονομικών Ευκλ. Τσακαλώτου στη συζήτηση επί της προτάσεως του πρωθυπουργού για παροχή ψήφου εμπιστοσύνης στην κυβέρνηση 15.01.2019

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, αν καταλαβαίνω καλά, οι εκλογές έπρεπε να είχαν γίνει στις 29 Μαρτίου του 2016. Ήταν η πρώτη φορά, μετά από εβδομήντα εννιά μέρες που ανέλαβε ο κ. Μητσοτάκης αρχηγός του κόμματος και ζήτησε να γίνουν εκλογές. Ήταν η πρώτη φορά, αλλά βεβαίως όχι η τελευταία φορά.

Από εκεί και πέρα, αντί το κόμμα της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης να σκέφτεται το σχέδιο και τη στρατηγική που θα έχει αν έρθει ξανά στην εξουσία, ασχολήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με το πώς να μας ρίξει, γιατί δεν θα τελειώναμε τις αξιολογήσεις, γιατί δεν θα τελείωνε το πρόγραμμα, για τις τράπεζες και βέβαια σήμερα για το «Μακεδονικό». Μόνο που δεν έχουμε πέσει! Μόνο που αυτή η στρατηγική της καταστροφολογίας δεν έχει ευοδωθεί.

Όλη η στρατηγική της Νέας Δημοκρατίας δεν την έχει πάει μπροστά. Τέτοια στρατηγική επιτυχημένη έχουμε να δούμε, για να θυμίσω λίγο τη «Μαύρη Οχιά» από την φημισμένη βρετανική κωμική σειρά, από τότε που ο Όλαφ ο Μαλλιαρός, ο βασιλιάς των Vikings, παρήγγειλε ογδόντα χιλιάδες πολεμικά κράνη, αλλά δυστυχώς με το κέρατο από τη μέσα μεριά του κράνους. Τόσο επιτυχημένη είναι η στρατηγική η δική σας. Απέτυχε γιατί δεν ξέρατε πώς να αντιδράσετε στην κρίση.

Δεν σκεφτήκατε πώς φτάσαμε σε αυτή την κρίση, τι ευθύνη είχατε εσείς, αλλά τι ευθύνη είχε και το σύστημα ιδεών το δικό σας. Δεν κάνατε ποτέ τον κόπο να σκεφτείτε γιατί φτάσαμε σε αυτό το σημείο που φτάσαμε.

Για εμάς, το κυρίαρχο για να κατανοήσει κανείς αυτή την κρίση είναι να καταλάβουμε ποια είναι η οικουμενική τάξη. Οικουμενική τάξη σημαίνει αυτή η τάξη που τα δικά της συμφέροντα αντιπροσωπεύουν τα συμφέροντα όλης της κοινωνίας.

Για εσάς και τους ομοϊδεάτες σας, η οικουμενική τάξη είναι οι επιχειρηματίες, είναι η ελίτ, είναι οι τραπεζίτες. Και γι’ αυτό, για τριάντα χρόνια πριν από την κρίση λέγατε ότι με τη μείωση των φόρων, με τη φιλελευθεροποίηση, θα δημιουργηθούν οι συνθήκες για να βοηθηθεί όλη η κοινωνία.

Εμείς, αντιθέτως, λέγαμε και λέμε ότι η οικουμενική τάξη είναι ο κόσμος της εργασίας. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι οι συλλογικές συμβάσεις είναι ωφέλιμες για το σύνολο της κοινωνίας, αλλά και για την οικονομία. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι η αύξηση του κατώτατου μισθού είναι ωφέλιμη για το σύνολο της κοινωνίας και για την οικονομία. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι το κοινωνικό κράτος είναι ωφέλιμο για το σύνολο της κοινωνίας και για την οικονομία. Γι’ αυτό πιστεύουμε ότι το δημόσιο σύστημα ασφάλισης είναι ωφέλιμο για το σύνολο της κοινωνίας και της οικονομίας.

Γι’ αυτό εμείς θέλουμε να έχουμε στο κέντρο των πολιτικών μας τον κόσμο της εργασίας.

Επιτρέψτε μου να αρχίσω από τη Δεξιά και για αυτά τα τριάντα χρόνια που η οικουμενική τάξη υποτίθεται ότι ήταν οι επιχειρήσεις, οι επιχειρηματίες, οι τραπεζίτες. Για τριάντα χρόνια το πιστέψατε εσείς και δυστυχώς το πίστεψε κι ένα μεγάλο κομμάτι της Κεντροαριστεράς. Μόνο που αυτό δεν βοήθησε ούτε την παγκόσμια οικονομία ούτε την κοινωνία. Γιατί σε αυτά τα τριάντα χρόνια η ανάπτυξη ήταν χαμηλότερη από ό,τι ήταν τη δεκαετία του 1950 και του 1960, ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας ήταν μικρότερος από τη δεκαετία του 1950 και του 1960, παρ’ όλες τις σημαντικές τεχνολογικές εξελίξεις. Υπήρχαν, όμως, αποτελέσματα. Υπήρχαν αποτελέσματα στην αύξηση της ανισότητας, υπήρχε αποτέλεσμα στο επίπεδο των θέσεων εργασίας, υπήρχε αποτέλεσμα στην αύξηση των περιφερειακών ανισοτήτων.

Δεν ξέρω αν το σκέφτεστε ποτέ αυτό, αν η λέξη ανισότητα σας επηρεάζει. Έχετε καταλάβει πόσο έχει αλλάξει ο καπιταλισμός τα τελευταία τριάντα χρόνια, απλώς αμφιβάλλω αν το έχετε σκεφτεί ποτέ. Γιατί ο Αρχηγός σας λέει ότι η ανισότητα είναι μέσα στα γονίδιά μας. Άρα, αφού είναι μέσα στα γονίδιά μας, δεν χρειαζόμαστε καν να το σκεφτούμε. Και άρα, συνεχίζετε με αυτή την ίδια πολιτική, όπου η μείωση των φόρων είναι σχεδόν η μόνη πολιτική που υποστηρίζετε.

Ο κ. Χουλιαράκης σε μια εξαιρετική ομιλία κατά την άποψή μου στη συζήτηση για τον Προϋπολογισμό κοστολόγησε το πρόγραμμά σας για το 2019 στα 4,7 δισεκατομμύρια. Είπε ότι με τη δική του ανάλυση σωρευτικά αυτό το κόστος φτάνει στα 9,7 δισεκατομμύρια μέχρι το 2022.

Είπε ο κ. Χουλιαράκης ότι υπάρχουν τρία ενδεχόμενα. Το πρώτο είναι ότι η Νέα Δημοκρατία δεν είναι ειλικρινής και πρόσθεσε ότι αυτό είναι κάτι που δεν πιστεύει ο ίδιος. Μάλλον είναι καλύτερος άνθρωπος ο κ. Χουλιαράκης από μένα και μάλλον είναι και πιο ευγενικός. Την πρώτη εκδοχή δεν την σχολιάζω παραπέρα.

Η δεύτερη εκδοχή είναι ότι θα μειώσετε τις κοινωνικές δαπάνες, τους μισθούς και τις συντάξεις και σας υπενθύμισε ότι το 20% του προϋπολογισμού είναι μισθοί και το 40% είναι συντάξεις.

Το τρίτο είναι ότι πιστεύετε πως η επιθετική μείωση φόρων είναι αυτοχρηματοδοτούμενη. Δηλαδή θα μειώσετε τους φόρους αλλά θα έχετε περισσότερα έσοδα.

Μετά την ομιλία του κ. Χουλιαράκη ανέβηκε ο κ. Μητσοτάκης και δεν έδωσε καμία απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα. Το μόνο που είπε ήταν ότι ο κ. Χουλιαράκης έπρεπε να ξέρει καλύτερα γιατί ήταν Υπουργός τον Γενάρη του 2015.

Πρώτον, δεν ήταν αλήθεια και δεύτερον ήταν άσχετο με το θέμα. Δεν απάντησε όμως στα ερωτήματα. Δεν απάντησε.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΙΑΡΑΣ: Ήταν στην ομάδα διαπραγμάτευσης.

ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ (Υπουργός Οικονομικών): Είπε βέβαια ο κ. Μητσοτάκης κάτι που είναι στο πρόγραμμά σας, το οποίο καταθέτω στα Πρακτικά και το οποίο λέει ότι υπάρχουν 2 δισεκατομμύρια, άρα μπορείτε να χρηματοδοτήσετε το δικό σας το πρόγραμμα από την αύξηση στο μισθολόγιο του κράτους από το 2015 μέχρι το 2018.

(Στο σημείο αυτό ο Υπουργός Οικονομικών, κ. Ευκλείδης Τσακαλώτος καταθέτει για τα Πρακτικά το προαναφερθέν έγγραφο, το οποίο βρίσκεται στο αρχείο του Τμήματος Γραμματείας της Διεύθυνσης Στενογραφίας και Πρακτικών της Βουλής) Θεωρώ ότι έχετε σοβαρούς βοηθούς οικονομολόγους και πήγα να το εξετάσω. Και όταν πήγα να το εξετάσω από τα στοιχεία ΕΛΣΤΑΤ και από το ΓΛΚ, πρώτον, έμαθα ότι δεν είναι 2 δισεκατομμύρια η αύξηση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου από το 2015 μέχρι το 2018, αλλά είναι 1,061 δισεκατομμύρια. Είναι λάθος περίπου 100%. Δεν είναι μεγάλο, αλλά είναι 100% λάθος.

Όμως, δεν είναι αυτό το σημαντικότερο, κύριε Δένδια. Δεν είναι αυτό. Το σημαντικότερο είναι ότι 680 εκατομμύρια απ’ αυτά τά 1,06 δισεκατομμύρια είναι από ενδοκυβερνητικές μεταβιβάσεις που δίνουμε τώρα στο ΕΦΚΑ και άρα δεν μετράει σε τίποτα. Δεν είναι καινούρια δαπάνη, απλώς είναι ένα καινούριο σύστημα που αποκτήσαμε γιατί έχει μεγαλύτερη διαφάνεια και έχει λογιστική πρακτική. Τα ξεχνάμε αυτά τα 680. Ένα δεύτερο κομμάτι είναι το ενιαίο μισθολόγιο που αυξήθηκε 225 εκατομμύρια. Ένα άλλο κομμάτι 80 εκατομμυρίων είναι από την τριετία –που δεν ξέρω αν δεν θέλετε καμία αύξηση με τον χρόνο- και 50 εκατομμύρια –που είμαι σίγουρος ότι θέλετε- που είναι για κίνητρα στο Δημόσιο.

Όμως, δεν είναι όλα κακά νέα. Σας μένουν 26 εκατομμύρια από τα 2 δισεκατομμύρια με τα οποία νομίζω ότι μπορείτε να χρηματοδοτήσετε με απλόχερο τρόπο τους φορολογούμενους. Είκοσι έξι εκατομμύρια από τα 2 δισεκατομμύρια. Αυτό νομίζω ότι είναι λίγο μεγαλύτερο από 100% λάθος.

Πάμε όμως στη διεθνή πρόσφατη εμπειρία. Να μην σας πάω στο 1950, στο 1960 και στο 1970. Η διεθνής εμπειρία λέει ότι μειώνοντας τους φόρους στους επιχειρηματίες όλοι κερδίζουμε γιατί αυξάνονται τα έσοδα, γιατί γίνονται πιο δυναμικοί κλπ.

Η Τζίλιαν Τετ είναι αρθρογράφος των Financial Times. Δεν είναι οικονομολόγος, είναι ανθρωπολόγος. Και επειδή είναι ανθρωπολόγος λέει σημαντικά και ενδιαφέροντα πράγματα. Σας συνιστώ να τη διαβάζετε. Πολλές φορές διαφωνώ μαζί της, αλλά λέει πολλά σημαντικά πράγματα. Πήρε τους πρώτους εννιά μήνες του 2017 και τους σύγκρινε με τους πρώτους εννιά μήνες του 2018 για να εξετάσει τον ισχυρισμό του Τραμπ ότι μειώνοντας τον φόρο στις επιχειρήσεις θα πάρουμε περισσότερα έσοδα. Αυτό είναι το δικό σας επιχείρημα.

Αυτό είναι και το επιχείρημα του κ. Τραμπ. Πριν από τη μείωση των φόρων στους πλούσιους του Τραμπ, το 2017 ήταν 265 δισεκατομμύρια οι φόροι που πήραν από τις επιχειρήσεις και το 2018 ήταν 223 δισεκατομμύρια, δηλαδή μια μείωση 16%, παρ’ όλο που ήταν εποχή με υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης, άρα θα περίμενε κανείς περισσότερα έσοδα και παρόλο που τα κέρδη αυξήθηκαν 13%. Άρα, πάλι δεν είναι όλα κακά νέα. Αυτή είναι η μόνη στρατηγική στην οποία στηρίζεστε. Μέχρι να ακούσουμε νεότερα, ότι αυξάνονται τα κέρδη, μειώνονται τα έσοδα.

Στην Αμερική τώρα φτάνουμε σε ένα έλλειμμα του Δημοσίου, το οποίο θα φτάσει το 1 τρισεκατομμύριο. Το χρέος αυξάνεται. Ξέρουμε τι θα γίνει μετά. Θα μας πουν τώρα που έχουμε χρέος και έλλειμμα πώς θα χρηματοδοτήσουμε το κοινωνικό κράτος; Ξέρουμε ότι είναι πολύ πιο σημαντική η επιδότηση στις επιχειρήσεις από τις παροχές στον φτωχό κόσμο και σ’ αυτόν που έχει ανάγκη.

Το είχε πει ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, σας είχα ενημερώσει μια φορά, ότι ό,τι δίνουμε στους φτωχούς το λέμε παροχή, κάτι απαξιωτικό, ενώ ό,τι δίνουμε στους πλουσίους το λέμε επιδότηση για την οικονομία.

Πιστεύω, όμως, ότι δεν έχετε μάθει κανένα μάθημα, ότι δηλαδή ακριβώς αυτές οι οικονομικές πολιτικές που είχατε παλιά είναι αυτές που συνεχίζετε να έχετε και πιστεύετε ότι θα πάτε καλά. Μόνο που βλέπω πολύ μεγάλη σύγχυση, πολύ μεγάλη αγωνία και πολύ μεγάλο άγχος και από εσάς αλλά και από τους υποστηρικτές σας, οι οποίοι βέβαια περιμένουν περισσότερες επιδοτήσεις και λιγότερες παροχές.

Ωστόσο, θέλω να σας πω ότι θα πολεμήσουμε με ό,τι έχουμε να μην υπάρχει αυτή η παλινόρθωση, να μην υπάρχει επιστροφή, τότε που μειώναμε τους φόρους μόνο για τους δικούς μας και να μην υπάρχει παλινόρθωση για το πελατειακό κράτος.

Γιατί ζητάμε ψήφο εμπιστοσύνης, αγαπητοί συνάδελφοι και συναδέλφισσες;

Γιατί αυτή η Κυβέρνηση ψάχνει να βρει τον δρόμο, να βρει την απάντηση στα αιτήματα, στις προσδοκίες, στα οράματα του κόσμου της εργασίας, στην οικουμενική τάξη. Με δυσκολίες, με λάθη, με ανάγκη βοήθειας από άλλες δυνάμεις γιατί ποτέ δεν είπαμε εμείς ότι έχουμε το μονοπώλιο της αλήθειας.

Η δική μας παράδοση προέρχεται από την ηθική των αρετών του Αριστοτέλη. Περνάει από τον Χέγκελ που ισχυριζόταν ότι μια δίκαιη πολιτική τάξη είναι μόνο όταν η αυτοπραγμάτωση η δική μου περνάει από την αυτοπραγμάτωση των άλλων. Αυτό που έλεγε ο Μαρξ και ο Ένγκελς αργότερα, ότι η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι προϋπόθεση για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων.

Εμείς καταλαβαίνουμε ότι το αντίθετο της αλληλεγγύης –η χριστιανική παράδοση θα το έλεγε αγάπη- δεν είναι το μίσος αλλά ο φόβος. Μίσος υπάρχει.

Έδωσε ο Πρωθυπουργός την ευκαιρία στον κ. Μητσοτάκη να καταγγείλει όλες αυτές τις αφίσες που είδαμε και δεν το έκανε. Μήπως πρέπει το σύνθημα «καταγγέλλουμε τη βία απ’ όπου κι αν προέρχεται» να το αλλάξετε σε «καταγγέλλουμε τη βία όταν στοχεύει τους δικούς μας»; Μήπως αυτή είναι η αντιμετώπισή σας για το μίσος;

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΥΡΙΑΖΙΔΗΣ: Δεν υπάρχει μίσος.

ΕΥΚΛΕΙΔΗΣ ΤΣΑΚΑΛΩΤΟΣ (Υπουργός Οικονομικών): Γιατί είχε την ευκαιρία ο κ. Μητσοτάκης και δεν την πήρε. Αλλά δεν είναι το μίσος για το οποίο θέλω να μιλήσω. Δεν είναι το μίσος. Το ανάποδο της αλληλεγγύης είναι ο φόβος. Είναι ο φόβος του ξένου. Και ο ξένος μπορεί να είναι ένα Σύριος αλλά μπορεί να είναι και κάποιος από το FYROM του οποίου την ιστορία και τον πολιτισμό δεν προσπαθούμε να καταλάβουμε, να βρούμε έναν συμβιβασμό, ένας φόβος, που κλεινόμαστε μέσα στο καβούκι μας και δεν κοιτάμε πιο πέρα.

Είπε ο κύριος Πρωθυπουργός ότι πατριωτισμός είναι πρώτα-πρώτα να αγαπάς την πατρίδα σου, όχι να μισείς τους άλλους. Εγώ πάω ένα βήμα παραπέρα. Ο πατριωτισμός είναι γνήσιος, μόνο όταν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλο, όταν έχει μια ενσυναίσθηση, όταν μπαίνει στα παπούτσια του και προσπαθεί να βρει κοινές λύσεις για τη χώρα του και την άλλη χώρα και τη συνανάπτυξη.

Αυτός ο φόβος είναι που πολεμάμε, αλλά είναι και ο φόβος, όχι μόνο του ξένου, του άλλου, αλλά και του γείτονα, του διπλανού. Γιατί πίσω απ’ αυτόν τον φόβο, του διπλανού, του γείτονα, είναι ο φόβος της ανεργίας, ο φόβος της δουλειάς με χαμηλό μισθό, χωρίς δικαιώματα, χωρίς προοπτική. Είναι ο φόβος των μεσαίων τάξεων ότι θα βρεθούν σε χειρότερη θέση αυτοί και τα παιδιά τους απ’ ό,τι είναι τώρα. Αυτόν τον φόβο είναι, που μια ψήφος εμπιστοσύνης σε εμάς δίνει τη δυνατότητα να τον πολεμήσουμε. Γιατί ο φόβος δεν επιτρέπει την αλληλεγγύη. Ο φόβος δεν επιτρέπει μια οικονομική πολιτική που είναι δίκαιη. Ο φόβος δημιουργεί μια αίσθηση ότι είμαστε όλοι εναντίον όλων. Γι’ αυτό πρέπει να έχουμε την ψήφο εμπιστοσύνης.

Γι’ αυτό, εμείς λέμε ότι η αλληλεγγύη δεν είναι ένα αίσθημα που έχουμε για να αισθανόμαστε καλύτερα, είναι μια ζωντανή πρακτική, που οι αριστεροί την ζουν κάθε μέρα, που την παλεύουν κάθε μέρα. Δεν είναι μόνο διαπροσωπική σχέση, είναι και αυτό που στηρίζει την ίδια μας την πολιτική και επιτάσσει την ελευθερία και την αυτονομία. Γι’ αυτό περάσαμε τα νομοσχέδια για τους ΛΟΑΤΚΙ, τα νομοσχέδια για την ιθαγένεια, γιατί δεν μπορεί να υπάρχει αλληλεγγύη, εάν δεν υπάρχουν ελευθερία και αυτονομία και για τις μειονότητες. Επιτάσσει, όμως, συγχρόνως και την ισότητα, αυτήν τη λέξη στην οποία ποτέ δεν αναφέρεστε, αυτήν τη λέξη, στην οποία έχετε μια απέχθεια, γιατί καταλαβαίνετε ότι συντρίβει αυτή η λέξη όλα τα οράματά σας, τα οράματα σας για μια κοινωνία, για την οποία η αγγλική έκφραση είναι «dog eats dog», όλοι εναντίον όλων, χωρίς προοπτική, χωρίς αλληλεγγύη.

Η Κυβέρνησή μας έχει διαφορετική οικονομική πολιτική. Έχει μια πολιτική, που ακόμα και στην αναπτυξιακή της πολιτική ο κόσμος της εργασίας και των δικαιωμάτων είναι στον πυρήνα της. Είναι, όμως, μια οικονομική πολιτική, που στηρίζεται σε βαθιές αριστερές ιδέες και αξίες, ότι δεν μπορείς να πας πουθενά χωρίς την κοινωνία.

Και αυτό που θα κριθεί στις εθνικές εκλογές, όταν θα έρθουν τον Οκτώβρη, στις ευρωεκλογές και στις τοπικές εκλογές είναι εάν έχουμε την ικανότητα να φτιάξουμε και να συνεχίζουμε να προωθούμε θεσμούς που στηρίζονται σ’ αυτές τις αξίες και αντιμετωπίζουν τον Ορμπάν, τον Σαλβίνι και το Brexit, που με μεγάλη και ελαφριά καρδιά δεν το σκέφτεστε, προς τα πού οδηγείτε δηλαδή τη χώρα με τις πράξεις και την πολιτική σας τον τελευταίο χρόνο.

Σας ευχαριστώ πολύ.