Επιστροφή

Ομιλία του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Γ. Χουλιαράκη στην Ολομέλεια της Βουλής για τον προυπολογισμό 2019

Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και κύριοι βουλευτές, η συζήτηση του προϋπολογισμού του 2019 είναι μια καλή ευκαιρία για έναν σύντομο απολογισμό της δημοσιονομικής πολιτικής της χώρας την τριετία 2015 – 2018. Και έτσι θα ήθελα να ξεκινήσω τη σημερινή μου ομιλία.

Το 2015 η κυβέρνηση κλήθηκε να διαχειριστεί τα δημόσια οικονομικά της χώρας σε ένα ιδιαίτερα δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, πρωτόγνωρο -θα έλεγα-- για μια ανεπτυγμένη ευρωπαϊκή χώρα μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου.

Πρώτον, η οικονομία παρέμενε σε βαθιά ύφεση και το ΑΕΠ είχε ήδη υποχωρήσει κατά 25%.

Δεύτερον, η χώρα παρέμενε αποκλεισμένη από τις διεθνείς αγορές χωρίς δυνατότητα χρηματοδότησης τόκων και χρεολυσίων, παρά τα δύο προγράμματα προσαρμογής.

Τρίτον, δεν διέθετε εργαλεία οικονομικής σταθεροποίησης, δεν υπήρχε δημοσιονομικός χώρος και δεν είχε ανεξάρτητη νομισματική και συναλλαγματική πολιτική.

Τέταρτον, ήταν αντιμέτωπη με ένα ευάλωτο τραπεζικό σύστημα.

Πέμπτον, υπήρχαν εταίροι που -θα έλεγα- επεδίωκαν και προετοίμαζαν τις προϋποθέσεις για την έξοδο της χώρας από το κοινό νόμισμα.

Είναι καλό να αντλούμε διδάγματα από την εμπειρία του πρόσφατου παρελθόντος και να μην ξεχνάμε πως η δεινή αυτή θέση της χώρας ήταν προϊόν της κάκιστης διαχείρισης των δημοσίων οικονομικών των προηγούμενων χρόνων και ειδικά των ετών που προηγήθηκαν της κρίσης του 2008 – 2009, όταν τα δίδυμα ελλείμματα του προϋπολογισμού από τη μια και του εξωτερικού ισοζυγίου από την άλλη είχαν υπερβεί το 15%, οδηγώντας έτσι στην πλήρη απώλεια της αξιοπιστίας της χώρας και στον αποκλεισμό από τις αγορές.

Μπροστά, λοιπόν, στα οξέα διλήμματα που έθετε η κατάσταση αυτή, η κυβέρνηση επέλεξε τη μόνη, κατά τη γνώμη μου, ενδεδειγμένη, αλλά δύσκολη στρατηγική: τη στρατηγική της ανάκτησης της δημοσιονομικής αξιοπιστίας, τη στρατηγική της πειθούς των διεθνών αγορών πως η χώρα μπορεί να αποκαταστήσει τη δημοσιονομική ισορροπία με τρόπο βιώσιμο και διατηρήσιμο, πως μπορεί να τηρεί τις δεσμεύσεις της και να είναι συνεπής στην τήρηση των στόχων που έχει αναλάβει, με λίγα λόγια πως η χώρα έχει ξεπεράσει οριστικά κακές συνήθειες του παρελθόντος, όπως τη συστηματική παραγωγή ελλειμμάτων, ακόμα και όταν η οικονομία ανακάμπτει.

Η αποκατάσταση της αξιοπιστίας προϋπέθετε τη δύσκολη επιλογή μίας αναγκαίας τριετούς δημοσιονομικής προσαρμογής με αύξηση φόρων, που δεν θέλαμε, και περιστολή στοχευμένων δαπανών από τη μία πλευρά, σε συνδυασμό, όμως, με μία γενναία αναδιάρθρωση του δημοσίου χρέους με τρόπο τέτοιο, ώστε οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες της χώρας να παραμείνουν κάτω του 15% μεσοπρόθεσμα, κάτι που πετύχαμε τον προηγούμενο Ιούνιο.

Τι πέτυχε, λοιπόν, αυτή η μεικτή στρατηγική δημοσιονομικής προσαρμογής από τη μία και αναδιάρθρωσης του χρέους από την άλλη;

Πρώτον, εκμηδενίστηκαν ακραίοι κίνδυνοι που ταλάνισαν τη χώρα από το 2010 έως το 2015. Αναφέρομαι, βέβαια, στον κίνδυνο εξόδου της χώρας από το κοινό νόμισμα.

Δεύτερον, μειώθηκε σημαντικά η οικονομική αβεβαιότητα και αναστράφηκαν οι αρνητικές προσδοκίες των τελευταίων ετών, όπως άλλωστε δείχνουν όλοι οι δείκτες κλίματος οικονομικής εμπιστοσύνης.

Τρίτον, η χώρα βγήκε από τη διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος το 2017, έναν χρόνο πριν από το αναμενόμενο.

Τέταρτον, η οικονομία ξεκίνησε να ανακάμπτει για επτά συνεχόμενα τρίμηνα με ήπιο ρυθμό στην αρχή, με επιταχυνόμενο ρυθμό τώρα, της τάξης του 2,1%, 2,2% και με την προσδοκία υψηλότερου ρυθμού το 2019.

Πέμπτον, η ανεργία μειώθηκε κατά επτά ποσοστιαίες μονάδες από τον Ιανουάριο του 2015 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2018, δημιουργώντας τριακόσιες δεκαπέντε χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας.

Τέλος, οι αποδόσεις των δεκαετών ομολόγων αναφοράς αποκλιμακώθηκαν σημαντικά.

 Θα ήθελα στο σημείο αυτό να κάνω μία αναφορά στον ισχυρισμό της Αντιπολίτευσης πως τα σημερινά επιτόκια διατηρούν τη χώρα εκτός αγορών.

Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως και εμείς θα θέλαμε τα επιτόκια δανεισμού να είναι ακόμα χαμηλότερα, όπως δεν υπάρχει καμία αμφιβολία πως θα ήταν ήδη σημαντικά χαμηλότερα, αν δεν υπήρχε ο κραδασμός στις διεθνείς αγορές που προκαλεί ο ιταλικός κίνδυνος. Άλλωστε την 1η Αυγούστου του 2018 το δεκαετές επιτόκιο αναφοράς ήταν στο 3,8%.

Είναι, όμως, τα σημερινά επιτόκια δανεισμού απαγορευτικά; Διατηρούν τη χώρα εκτός αγορών; Αξίζει εδώ να δούμε το κόστος δανεισμού των χρόνων της ευημερίας 2002 – 2008. Ο μέσος όρος του δεκαετούς επιτοκίου δανεισμού την περίοδο 2002 – 2008 ήταν 4,36%. Ο μέσος όρος του δεκαετούς επιτοκίου δανεισμού τους πρώτους έντεκα μήνες του 2018 ήταν 4,18%, χαμηλότερο ή εν πάση περιπτώσει αντίστοιχο με το επιτόκιο δανεισμού, όταν το επιτόκιο δανεισμού δεν ήταν καν πρόβλημα, δεν ήταν καν είδηση.

Βέβαια, για μας κριτήριο επιτυχίας δεν είναι μόνο η αποκατάσταση της χαμένης αξιοπιστίας της χώρας, όσο και αν αυτό είναι σημαντικό. Εξίσου σημαντικός πυλώνας της δημοσιονομικής στρατηγικής 2015 - 2018 ήταν και η προστασία, στο μέτρο του δυνατού, των πιο ευάλωτων τμημάτων του ελληνικού πληθυσμού, καθ’ όλη τη διάρκεια της προσαρμογής.

Αξίζει εδώ να συγκρίνει κανείς το δείκτη κοινωνικής προστασίας του προϋπολογισμού του 2015, που δεν καταρτίσαμε εμείς, με αυτόν του Προϋπολογισμού του 2019. Θα αναφερθώ μόνο σε πέντε εμβληματικές μόνιμες καλά στοχευμένες παρεμβάσεις που δεν υπήρχαν τότε και υπάρχουν τώρα.

Κοινωνικό εισόδημα αλληλεγγύης, προϋπολογισμένο για το 2019 στα 850 εκατομμύρια. Δεν υπήρχε το 2015. Οικογενειακά επιδόματα ενισχυμένα για οικογένειες με ένα και δύο παιδιά κατά 360 εκατομμύρια. Από 650 εκατομμύρια το 2015 στο 1 δισεκατομμύριο το 2019. Επίδομα στέγασης 400 εκατομμυρίων το 2019. Δεν υπήρχε το 2015. Κάλυψη ανασφάλιστων συμπολιτών μας από το Εθνικό Σύστημα Υγείας, τόσο για εξετάσεις όσο και για νοσηλεία. Κοστολογείται γύρω στα 150 εκατομμύρια. Ενίσχυση του Προγράμματος «Βοήθεια στο Σπίτι».

Συνολικά νέοι θεσμοί, νέες καλά στοχευμένες παρεμβάσεις της τάξης του 1,8 δισεκατομμυρίων ευρώ ή 1% του ΑΕΠ σε συνθήκες κρίσης, σε συνθήκες δημοσιονομικής ασφυξίας που επουλώνουν κοινωνικά τραύματα και μειώνουν τις ανισότητες. Με δύο λόγια, η στρατηγική ήταν αποκατάσταση της αξιοπιστίας για τη σταθεροποίηση της παραπαίουσας οικονομίας και σταθεροποίηση της οικονομίας για την προστασία των αδυνάμων και τη μείωση των ανισοτήτων.

Ο προϋπολογισμός του 2019 είναι ακριβώς ο καρπός αυτής της επιτυχούς προσαρμογής, καθώς και της οικονομικής ανάκαμψης που βιώνουμε τώρα. Θα πω πολύ λίγα πράγματα, γιατί έχει ήδη συζητηθεί εξαντλητικά. Αποτελεί πρώτα απ’ όλα μόνο ένα βήμα, μόνο το πρώτο βήμα αλλαγής του μείγματος δημοσιονομικής πολιτικής, ώστε να ενισχυθεί το διαθέσιμο εισόδημα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, με στόχο τα επόμενα τέσσερα χρόνια και μέχρι το 2022 το μείγμα να είναι πολύ πιο φιλικό και στις επιχειρήσεις και στα νοικοκυριά. Δεύτερον, ενσωματώνει επέκταση της τάξης του 0,5% του ΑΕΠ για πρώτη φορά από το 2008, με τρόπο ισόρροπο μεταξύ μείωσης φόρων και αύξησης δαπανών.

Είδα πως η αξιωματική αντιπολίτευση διένειμε στο πρόσφατο συνέδριό της μια λίστα οικονομικών μέτρων –φαντάζομαι τη ραχοκοκαλιά του οικονομικού προγράμματος- και είχα την ευκαιρία να την μελετήσω με προσοχή. Έκανα μάλιστα και έναν προσεκτικό απολογισμό του κόστους της λίστας αυτής. Πρέπει να πω ότι είναι αρκετά γενναιόδωρη. Δεν είναι βέβαια παροχολογία, γιατί παροχολογία κάνει μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ!

Περιλαμβάνει τα εξής: Καταρχάς, περιλαμβάνει μέτρα που έχουμε ήδη νομοθετήσει και υλοποιούμε, αλλά περιλαμβάνει και πολλά άλλα. Περιλαμβάνει μείωση του ΕΝΦΙΑ κατά 30% εντός διετίας, πράγμα που έχει ήδη ανακοινωθεί από το ΣΥΡΙΖΑ, την Κυβέρνηση και έχει ήδη ψηφιστεί, με κόστος 666 εκατομμυρίων ευρώ.

Περιλαμβάνει μείωση του φόρου επιχειρήσεων από το 29% -ακούστε το αυτό!- στο 20% σε δύο χρόνους, άμεσα, με κόστος 640 εκατομμύρια, σε δύο χρόνους με κόστος περίπου 1 δισεκατομμύριο ευρώ. Μείωση φορολογικού συντελεστή μερισμάτων από το 15% στο 5%, πράγμα που είναι επίσης κομμάτι του Προϋπολογισμού.

Εισαγωγή φορολογικού συντελεστή 9% για εισοδήματα έως 10.000 ευρώ για μισθούς, συντάξεις, επιχειρήσεις και αγρότες. Έχετε συνείδηση του κόστους που συνεπάγεται; Συνεπάγεται 2,7 δισεκατομμύρια ευρώ μόνο το μέτρο αυτό. Επιπλέον, αφορολόγητο 1.000 ευρώ για κάθε παιδί, κόστος 317 εκατομμύρια. Αύξηση του προϋπολογισμού του ΚΕΑ από 760 εκατομμύρια σε 1 δισεκατομμύριο. Είναι ήδη 850 εκατομμύρια.

Επαναφορά επιδομάτων για τρίτεκνους και πολύτεκνους, κόστος 200 εκατομμύρια. Αύξηση του προϋπολογισμού για τα επιδόματα ανεργίας κατά 200 εκατομμύρια ευρώ. Συνολικό κόστος το 2020, σε πρώτο χρόνο δηλαδή, 4,7 δισεκατομμύρια ευρώ, συνολικό κόστος 5,8 δισεκατομμύρια ευρώ.

Έχει και άλλα. Δεν σταματάει εδώ. Μείωση του ΦΠΑ με καθιέρωση συντελεστών 22% και 11% από 24% και 13% αντιστοίχως, κόστος 733 εκατομμύρια ευρώ. Σταδιακή κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος, κόστος 323 εκατομμύρια ευρώ. Σταδιακή κατάργηση της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης, κόστος 1,2 δισεκατομμύρια ευρώ. Μείωση ασφαλιστικών εισφορών κύριας σύνταξης από 20% σε 15% σταδιακά εντός τετραετίας, κόστος 1,6 εκατομμύρια ευρώ. Στην τετραετία δηλαδή, μέχρι το 2022, τα μέτρα που ανακοίνωσε η Αξιωματική Αντιπολίτευση κοστίζουν 9,7 δισεκατομμύρια ευρώ.

Έχω να κάνω δύο παρατηρήσεις και μια πρόταση και θα ήθελα η Νέα Δημοκρατία να τις ακούσει. Πρώτον, σε μια χώρα που έχει υποφέρει από μια βαθιά πολυετή ύφεση, εξαιτίας ανεύθυνων πολιτικών του παρελθόντος, είναι καλό όταν καταθέτει κανείς μια τόσο μεγάλη δέσμη μέτρων, να τεκμηριώνει με τρόπο πειστικό με ποιο τρόπο θα τη χρηματοδοτήσει.

Φυσικά δεν είναι καθόλου πειστικό να ισχυρίζεται πως θα χρηματοδοτήσει τη δέσμη αυτή –ακούστε!- μέσω της μείωσης της φορολογικής φοροδιαφυγής με υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης, με μείωση των δημοσιονομικών στόχων, με επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, ενίσχυση ΣΔΙΤ και πρόγραμμα περιορισμού των κρατικών δαπανών. Εγώ θα ζητούσα από τους πολίτες που μας ακούν, όταν τους υπόσχονται τέτοια μέτρα, να ρωτάνε ένα πράγμα. Από πού θα χρηματοδοτηθούν;

Και πηγαίνω ένα βήμα παραπέρα. Ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2019 η Βουλή των Ελλήνων, κύριε Πρόεδρε -απευθύνομαι στο προεδρείο της Βουλής- να εξοπλίσει κατάλληλα το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους της Βουλής για να κοστολογεί και να αξιολογεί τα οικονομικά προγράμματα όλων των κομμάτων. Είναι μια πρωτοβουλία που οδηγεί σε πολύ καλύτερη ενημέρωση των πολιτών, οδηγεί σε διαφάνεια, σε βελτίωση της ποιότητας του διαλόγου και εν τέλει σε πολύ καλύτερη ποιότητα δημοκρατίας. Γίνεται αλλού και προτείνω στο Προεδρείο της Βουλής να το σκεφτεί ως μέτρο και στη χώρα μας.

Για μένα μια δέσμη 5,3 δισεκατομμυρίων ευρώ άμεσα –ας αφήσουμε την τετραετία- σημαίνει ένα από τα εξής τρία πράγματα. Ή η Νέα Δημοκρατία δεν είναι ειλικρινής και κοροϊδεύει τον κόσμο -δεν το πιστεύω εγώ αυτό, θεωρώ ότι είναι ειλικρινής- ή σκοπεύει να μειώσει δραματικά κοινωνικές δαπάνες, μισθούς και συντάξεις -να θυμίσω ότι το 20% του προϋπολογισμού είναι μισθοί και το 40% είναι συντάξεις, δεν το αποκλείω, δεν το λέει βέβαια αλλά εγώ δεν το αποκλείω- ή, αυτό που εγώ θεωρώ πιο πιθανό, πιστεύει πως η επιθετική μείωση φόρων –ακούστε το αυτό γιατί έχει ενδιαφέρον- είναι αυτοχρηματοδοτούμενη.

Πιστεύει δηλαδή πως είναι ικανή αυτή η μείωση φόρων της τάξης των 5,3 δισεκατομμυρίων να οδηγήσει σε τόσο μεγάλη τόνωση της ανάπτυξης που τα παραγόμενα έσοδα να υπερκαλύπτουν την απώλεια εσόδων που δημιουργεί η μείωση φόρων. Άρα, δεν χρειάζεται να πολυασχολούμαστε με τον προϋπολογισμό. Το μόνο που πρέπει να κάνουμε είναι να μειώσουμε τη φορολογία.

Πρέπει να πω ότι δεν θα άξιζε να ασχοληθεί κανείς με την άποψη αυτή, αν δεν ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνη, ειδικά για μια χώρα που έχει ταλαιπωρηθεί όσο η Ελλάδα, επικίνδυνη για ένα νέο δημοσιονομικό εκτροχιασμό και για νέες περιπέτειες.

Δεν είναι τυχαίο πως κανένα κεντροδεξιό ευρωπαϊκό κόμμα δεν διακρίνεται από αυτού του είδους το δημοσιονομικό καιροσκοπισμό. Το μόνο κόμμα που αγνοεί τις συνέπειες μιας επιθετικής μείωσης της φορολογίας στον προϋπολογισμό είναι το αμερικάνικο ρεπουμπλικανικό κόμμα, το οποίο τρεις φορές, τη δεκαετία του 1980, τη δεκαετία του 2000 και τώρα, ακολουθεί την πολιτική αυτή για να αφήσει πίσω του δημοσιονομικά ερείπια που κλήθηκαν να συμμαζέψουν οι δημοκρατικοί. Για τη χώρα μας όμως δημοσιονομικά ερείπια σημαίνει νέο πρόγραμμα και αυτό είναι που με κάνει να ανησυχώ.

Διαφαίνονται, λοιπόν, οι γραμμές αντιπαράθεσης των δύο οικονομικών προγραμμάτων στις επερχόμενες εκλογές. Από τη μια μεριά, σε ένα ολοένα δυσμενέστερο οικονομικό περιβάλλον η ευρωπαϊκή οικονομία επιβραδύνεται, οι όροι εμπορίου αλλάζουν, η αμερικανική νομισματική πολιτική γίνεται πιο σφιχτή. Σημασία έχει –και αυτή είναι η δική μας δέσμευση- η διατήρηση της αξιοπιστίας και της δημοσιονομικής ισορροπίας με μοίρασμα των καρπών της ανάπτυξης με τρόπο δίκαιο που μειώνει τις ανισότητες.